ΕΚΘΕΣΗ UNICEF:
Η Κατάσταση των Παιδιών στον Κόσμο 2008
Παιδική Επιβίωση

Δημοσίευση: 22 Ιανουαρίου 2008
 
     
 
Δεν υπάρχει επιχείρηση πιο ευγενής ή αμοιβή πιο πολύτιμη
από το να σώσεις τη ζωή ενός παιδιού
 
     
 

Η Έκθεση "Η Κατάσταση των Παιδιών στον Κόσμο 2008" κάνει μια πολύπλευρη παρουσίαση της σημερινής κατάστασης, όσον αφορά την επιβίωση των παιδιών και την βασική υγειονομική μέριμνα για μητέρες, νεογνά και παιδιά. Αυτά τα θέματα βρίσκονται στον πυρήνα της ανθρώπινης προόδου και λειτουργούν ως ευαίσθητα βαρόμετρα της ανάπτυξης και της ευημερίας μιας χώρας και ως απτή απόδειξη των προτεραιοτήτων και των αξιών της. Η επένδυση στην υγεία του παιδιού και της μητέρας δεν είναι μόνον επιταγή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι επίσης μια υγιής και ορθή οικονομική επιλογή και ένας απ’ τους πιο σίγουρους τρόπους για να θέσει μια χώρα τα θεμέλια για ένα καλύτερο μέλλον.

Η UNICEF καλεί για συντονισμένη δράση, προκειμένου να προσεγγίσει τα εκατομμύρια των παιδιών που ακόμη στερούνται υγειονομικής φροντίδας. Η μείωση της παιδικής θνησιμότητας προϋποθέτει την επίτευξη των σχετικών με την υγεία Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας (MDGs) και ιδιαίτερα:

  • τη μείωση της φτώχειας και της πείνας (MDG 1),
  • τη βελτίωση της φροντίδας κατά την εγκυμοσύνη και τον τοκετό (MDG 5),
  • την καταπολέμηση του AIDS, της ελονοσίας και άλλων σοβαρών ασθενειών (MDG 6),
  • τη βελτίωση των υποδομών παροχής νερού και υγιεινής (MDG 7).

Η επίτευξη του 4ου στόχου (MDG 4) - που απαιτεί μείωση κατά δύο τρίτα του ποσοστού θνησιμότητας των παιδιών κάτω των 5 ετών μεταξύ του 1990 και του 2015 - είναι πιθανόν εφικτή, αλλά αποτελεί και φοβερή πρόκληση: εάν η UNICEF επιτύχει τον στόχο, αυτό συνεπάγεται μείωση του αριθμού των θανάτων παιδιών κάτω των πέντε ετών από 9,7 εκατομμύρια το 2006 σε λιγότερο από 5 εκατομμύρια το 2015. Είναι προφανές ότι η επίτευξη όλων αυτών των στόχων απαιτεί μια άνευ προηγουμένου συστράτευση πολιτικής βούλησης, οικονομικών πόρων και ορθών στρατηγικών επιλογών.

Μεγάλο μέρος του ενδιαφέροντός μας επικεντρώνεται στην υποσαχάρια Αφρική, όπου παρουσιάζονται περίπου οι μισοί παιδικοί θάνατοι και ιδιαίτερα η Δυτική και Κεντρική Αφρική, όπου από το 1990 ελάχιστη πρόοδος έχει γίνει για να μειωθεί το ποσοστό θνησιμότητας των παιδιών κάτω των 5 ετών. Επίσης, προσοχή πρέπει να δοθεί και στη Νότιο Ασία, η οποία έρχεται δεύτερη σε αριθμό παιδικών θανάτων και σε χώρες και κοινότητες αλλού, οι οποίες επί του παρόντος στερούνται βασικής φροντίδας για την υγεία.

Τα μαθήματα για την παιδική υγεία που πήραμε κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών μας δείχνουν το δρόμο για τις επόμενες ενέργειες. Η Έκθεση "Η Κατάσταση των Παιδιών στον Κόσμο 2008" εξετάζει αυτά τα μαθήματα και διερευνά τα πιο σημαντικά ζητήματα που αναφύονται, όπως:

  • Η ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε χώρες και κοινότητες όπου τα ποσοστά της παιδικής θνησιμότητας είναι πολύ υψηλά και σε χώρες που αντιμετωπίζουν μεγάλους κινδύνους λόγω της έλλειψης βασικής υγειονομικής μέριμνας.
  • Το ότι αξίζει τον κόπο να δοθούν στις χώρες αυτές ολοκληρωμένα προγράμματα βασικών υπηρεσιών, ώστε η προσφερόμενη φροντίδα να είναι κατά το δυνατόν καλύτερη και αποτελεσματική.
  • Η ζωτική σημασία του να αναπτυχθεί συντροφικότητα μεταξύ των μελών της κοινότητας, ώστε να απασχοληθούν ενεργά τα μέλη της κοινότητας ως λειτουργοί στην υπηρεσία της υγείας και να επιστρατευθεί η κοινότητα στην προσπάθεια καλυτέρευσης των υγειονομικών συνθηκών.
  • Η επιτακτική ανάγκη να υπάρχει συνεχής μέριμνα καθ' όλη τη διάρκεια του κύκλου της ζωής, που θα συνδέει τα νοικοκυριά και τις κοινότητες με παροχή υπηρεσιών διευκολύνσεων και φροντίδων.
  • Τα οφέλη μιας στρατηγικής για την ανάπτυξη του συστήματος υγείας, η οποία θα είναι προσανατολισμένη στα αποτελέσματα και θα έχει ως επίκεντρο τη φροντίδα της μητέρας, του νεογνού και του παιδιού.
  • Ο τεράστιας σημασίας ρόλος της πολιτείας, των εθνικών και διεθνών πολιτικών ηγεσιών και της συντονισμένης χρηματοδότησης για ενίσχυση των συστημάτων υγείας.
  • Η ανάγκη για καλύτερη εναρμόνιση στα παγκόσμια προγράμματα και συνεργασίες στον τομέα της υγείας.

Προκειμένου να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, τα κέντρα λήψης των σημαντικών αποφάσεων - κυβερνήσεις και κοινότητες, δωρητές και διεθνείς οργανισμοί, μη κυβερνητικές οργανώσεις και εταίροι από τον ιδιωτικό τομέα - θα πρέπει να ενώσουν τις δραστηριότητες και τις συντονισμένες τους ενέργειες προς υποστήριξη της επιβίωσης και της υγείας της μητέρας και του παιδιού. Εφ’ όσον υπάρξει συνεργασία, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι οι μητέρες και τα παιδιά θα έχουν καλής ποιότητας βασικές υπηρεσίες, ενώ επίσης θα βελτιωθεί η κατάσταση της υγείας και της διατροφής τους - έτσι τοποθετούμε την επιβίωση των παιδιών στο επίκεντρο των παγκόσμιων προσπαθειών για την πρόοδο της ανθρωπότητας.

 
     
 
Η κατάσταση των παιδιών στον κόσμο με αριθμούς
 
     
 

Συνολική Εικόνα:

  • Κατά μέσο όρο, περισσότερα από 26.000 παιδιά κάτω των πέντε ετών πεθαίνουν κάθε μέρα, τα πιο πολλά απ’ αυτά από αιτίες που μπορούν να προληφθούν.
  • Ο ετήσιος αριθμός παιδικών θανάτων έχει μειωθεί στο μισό, από περίπου 20 εκατομμύρια το 1960 σε 9,7 εκατομμύρια το 2006.
  • Πάνω από το 80% όλων των θανάτων παιδιών κάτω των 5 ετών το 2006 παρουσιάστηκαν στην υποσαχάρια Αφρική και τη Νότια Ασία.
  • Συνολικά, οι περιοχές που δεν είναι στο σωστό δρόμο για την επίτευξη του 4ου Αναπτυξιακού Στόχου της Χιλιετίας που αφορά στην παιδική επιβίωση είναι η Μέση Ανατολή και η Βόρεια Αφρική, η Νότια Ασία και η υποσαχάρια Αφρική, συμπεριλαμβανομένων τόσο της Ανατολικής και της Νότιας Αφρικής όσο και της Δυτικής και Κεντρικής Αφρικής.
  • Από τις 46 χώρες στην υποσαχάρια Αφρική, μόνο τρεις είναι σε καλό δρόμο για την επίτευξη του 4ου Αναπτυξιακού Στόχου της Χιλιετίας που αφορά στην παιδική επιβίωση: το Πράσινο Ακρωτήρι, η Ερυθραία και οι Σεϋχέλλες.
  • Για να επιτευχθεί ο Αναπτυξιακός Στόχος για την παιδική επιβίωση, πρέπει να μειωθούν και πάλι στο μισό τα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας μέχρι το 2015. Αυτός ο δείκτης το 2006 ήταν παγκοσμίως στους 72 θανάτους για κάθε 1.000 ζώντα νεογνά και πρέπει να πέσει στους 31 στα 1.000 μέχρι το 2015.
  • Η υποσαχάρια Αφρική παρουσιάζει ένα σταθερά αυξανόμενο ποσοστό θανάτων κάτω των 5 ετών από το 1970, όταν στην περιοχή αναλογούσαν το 11% των γεννήσεων παγκοσμίως και το 19% των παιδικών θανάτων κάτω των 5 ετών. Το 2006, στην υποσαχάρια Αφρική αναλογούν το 22% των γεννήσεων παγκοσμίως και το 49% των θανάτων κάτω των 5 ετών.
  • Ένα παιδί που γεννήθηκε στην υποσαχάρια Αφρική το 2006 έχει μια στις έξι πιθανότητες να πεθάνει πριν τα πέμπτα του γενέθλια.

Πρόοδος από το 1990:

  • Από το 1990, 61 χώρες έχουν μειώσει τα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας κατά τουλάχιστον 50%.
  • Από τις 191 χώρες με διαθέσιμα στοιχεία, οι 129 είναι σε καλό δρόμο για την επίτευξη του 4ου Αναπτυξιακού Στόχου της Χιλιετίας που αφορά στην παιδική επιβίωση - να μειώσουν τους θανάτους κάτω των 5 ετών κατά τα δύο τρίτα έως το 2015.
  • Σχεδόν το ένα τρίτο από τις 50 λιγότερο αναπτυγμένες χώρες έχουν μειώσει τα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας κατά 40% ή περισσότερο από το 1990 - απόδειξη πως μπορεί να πραγματοποιηθούν πρόοδοι υπέρ των παιδιών στις φτωχές χώρες εάν υπάρχει πολιτική βούληση και σωστές στρατηγικές. Σε αυτές τις χώρες συμπεριλαμβάνονται: Μαλδίβες, Τιμόρ Λέστε, Μπουτάν, Νεπάλ, Μπαγκλαντές, Λαϊκή Δημοκρατία του Λάος, Ερυθραία, Αϊτή, Μαλάουι, Σαμόα, Πράσινο Ακρωτήρι, Κομόρος, Μοζαμβίκη, Αιθιοπία και Νησιά Σολομώντα.
  • Η παιδική θνησιμότητα κάτω των 5 ετών στην Κίνα, μειώθηκε από 45 θανάτους για κάθε 1.000 ζώντα νεογνά το 1990 σε 24 το 2006, μείωση 47%.
  • Η παιδική θνησιμότητα κάτω των 5 ετών στην Ινδία μειώθηκε κατά 34%.
  • Σε επτά χώρες: Μπαγκλαντές, Μπουτάν, Βολιβία, Ερυθραία, Λαϊκή Δημοκρατία του Λάος, Τιμόρ-Λέστε και Νεπάλ, η παιδική θνησιμότητα μειώθηκε κατά 50% ή και περισσότερο.
  • Υπήρξε μια μείωση 40% στην παιδική θνησιμότητα στην Αιθιοπία.
  • Το 2006 το παγκόσμιο ποσοστό θνησιμότητας κάτω των 5 ετών ήταν 72 θάνατοι για κάθε 1.000 ζώντα νεογνά - 23% χαμηλότερο από τα επίπεδα του 1990.

Μητρική υγεία και θνησιμότητα:

  • Ένας κοινός παρονομαστής στους παιδικούς θανάτους είναι η υγεία των μητέρων, 500.000 εκ των οποίων πεθαίνουν κάθε χρόνο εξαιτίας της εγκυμοσύνης ή επιπλοκών κατά τον τοκετό.
  • Στον αναπτυσσόμενο κόσμο, το ένα τέταρτο των εγκύων γυναικών δεν δέχονται ούτε μία επίσκεψη για προγεννητική φροντίδα από εκπαιδευμένο υγειονομικό προσωπικό.
  • Τα κορίτσια κάτω των 15 ετών έχουν πέντε φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν κατά τη διάρκεια της γέννας από ότι οι γυναίκες 20 ετών.
  • Εάν μια μητέρα είναι κάτω των 18 ετών, οι πιθανότητες του μωρού της να πεθάνει κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της ζωής του είναι 60% υψηλότερες από ότι ενός άλλου από μητέρα μεγαλύτερης των 19 ετών.
  • Στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες μόνο το 27% των γυναικών ηλικίας 15 έως 49 ετών γεννούν σε κάποια κλινική ή κέντρο υγείας.
  • Ο ισόβιος κίνδυνος για μια γυναίκα να πεθάνει από αιτίες σχετικές με την εγκυμοσύνη είναι 1 στις 17 στη Δυτική και Κεντρική Αφρική σε σύγκριση με 1 στις 8.000 στις βιομηχανικές χώρες.

Παράγοντες που επιδεινώνουν την παιδική θνησιμότητα:

  • Οι κύριες αιτίες θανάτου για παιδιά κάτω των πέντε ετών είναι: περιγεννητικές αιτίες (36%), πνευμονία (19%), διάρροια (17%), ελονοσία (8%), ιλαρά (4%) και AIDS (3%).
  • Ένας στους 5 ανθρώπους δεν έχει πρόσβαση σε κάποια βελτιωμένη πηγή πόσιμου νερού ενώ περίπου οι μισοί δεν έχουν επαρκείς εγκαταστάσεις υγιεινής.
  • Ο αριθμός των παιδιών που πεθαίνουν από διαρροϊκές ασθένειες εκτιμάται σε περίπου 2 εκατομμύρια το χρόνο ή γύρω στο 17% όλων των θανάτων κάτω των 5 ετών.
  • Η εκπαίδευση και η ενίσχυση των γυναικών έχει άμεσα οφέλη για την επιβίωση, την υγεία και την ανάπτυξη των παιδιών τους. Όμως, εκτιμήσεις δείχνουν πως σχεδόν ο 1 στους 4 ενήλικες (ορίζεται εδώ ως ηλικίας άνω των 15 ετών) είναι αναλφάβητος, με τις γυναίκες να πλήττονται σε δυσανάλογο βαθμό.
  • Οι συρράξεις συχνά οδηγούν σε περίπλοκες έκτακτες ανάγκες - καταστάσεις που εμπεριέχουν ένοπλες συγκρούσεις, εκτοπισμό πληθυσμών και διατροφική ανασφάλεια, με ιδιαίτερα θανάσιμες επιπτώσεις στα παιδιά. Αυτή τη στιγμή, πάνω από 40 χώρες (το 90% εξ αυτών χαμηλού εισοδήματος) πλήττονται από ένοπλες συρράξεις.
  • Οι περισσότερες από τις κύριες αιτίες θανάτου των παιδιών στις περίπλοκες έκτακτες ανάγκες είναι ταυτόσημες με τις κορυφαίες αιτίες θανάτου παιδιών γενικότερα: ιλαρά, ελονοσία, διαρροϊκές ασθένειες, οξείες αναπνευστικές λοιμώξεις, υποσιτισμός.
  • Τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας μεταξύ πληθυσμών προσφύγων τείνουν να παρουσιάζονται στα παιδιά κάτω των 5 ετών.
  • Από τις 11 χώρες στις οποίες το 20% ή και περισσότερο των παιδιών πεθαίνουν πριν τα πέντε τους χρόνια (Αφγανιστάν, Αγκόλα, Μπουρκίνα Φάσο, Τσαντ, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, Ισημερινή Γουϊνέα, Γουϊνέα Μπισάο, Λιβερία, Μαλί, Νίγηρας και Σιέρα Λεόνε) - οι περισσότερες από τις μισές επλήγησαν από κάποια μεγάλης κλίμακας ένοπλη σύρραξη από το 1989.

Υψηλότερο και χαμηλότερο ποσοστό θνησιμότητας κάτω των 5 ετών στον αναπτυσσόμενο κόσμο:

Υψηλότερο:
- Σιέρα Λεόνε, στην πρώτη θέση με 270 θανάτους για κάθε 1000 ζώντα νεογνά.
- Αγκόλα, στη δεύτερη θέση με 260 θανάτους για κάθε 1000 ζώντα νεογνά.
- Αφγανιστάν, στην τρίτη θέση με 257 θανάτους για κάθε 1000 ζώντα νεογνά.

Χαμηλότερο:
- Κούβα, θέση 157 με 7 θανάτους για κάθε 1000 ζώντα νεογνά.
- Σρι Λάνκα, θέση 135 με 13 θανάτους για κάθε 1000 ζώντα νεογνά.
- Συριακή Αραβική Δημοκρατία, θέση 130 με 14 θανάτους για κάθε 1000 ζώντα νεογνά.

Υψηλότερο και χαμηλότερο ποσοστό μητρικής θνησιμότητας στον αναπτυσσόμενο κόσμο:

Υψηλότερο:
- Νίγηρας, όπου οι γυναίκες έχουν 1 στις 7 ισόβιο κίνδυνο να πεθάνουν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή του τοκετού.
- Σιέρα Λεόνε & Αφγανιστάν, όπου οι έγκυες γυναίκες έχουν 1 στις 8 ισόβιο κίνδυνο να πεθάνουν.
- Τσαντ, όπου οι έγκυες γυναίκες έχουν 1 στις 11 ισόβιο κίνδυνο να πεθάνουν.

Χαμηλότερο:
- Αργεντινή, όπου ο ισόβιος κίνδυνος θανάτου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή του τοκετού είναι 1 στις 530.
- Τυνησία, όπου ο ισόβιος κίνδυνος θανάτου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή του τοκετού είναι 1 στις 500.
- Ιορδανία, όπου ο ισόβιος κίνδυνος είναι 1 στις 450.

Παρεμβάσεις:

Οι θάνατοι εξαιτίας της ιλαράς έχουν πέσει κατά περίπου 68% παγκοσμίως και κατά περισσότερο από 90% στην Αφρική, από το 2000.

  • Εκτιμάται πως στρατηγικές παρεμβάσεις για την εξάλειψη της φτώχειας και των ανισοτήτων, εξισώνοντας τα επίπεδα παιδικής θνησιμότητας στο φτωχότερο 80% του πληθυσμού με το πλουσιότερο 20%, θα έχουν δραματικές επιπτώσεις στα ποσοστά θνησιμότητας κάτω των 5 ετών. Παγκοσμίως, θα μπορούσε να προληφθεί περίπου το 40% των θανάτων κάτω των 5 ετών.

  • Τα στοιχεία δείχνουν πως η χρήση ενός συνδυασμού προγραμμάτων κοινοτικής βάσης και στρατηγικών οικογενειακής φροντίδας με κάλυψη 90% θα μπορούσε να μειώσει τη θνησιμότητα στα νεογέννητα 18% με 37%.

  • Στην υποσαχάρια Αφρική, η UNICEF, η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας και η Παγκόσμια Τράπεζα συνεργάστηκαν το 2006 σε μια ανάλυση του κόστους που θα είχε η μείωση της παιδικής θνησιμότητας αναβαθμίζοντας και επιταχύνοντας υπάρχουσες παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται μέσω αποτελεσματικών υπηρεσιών υγείας κοινοτικής βάσης:

    • Πρώτη φάση - η ελάχιστη δέσμη παρεμβάσεων - θα οδηγούσε σε μείωση της τάξης του 30% της παιδικής θνησιμότητας κάτω των 5 ετών της περιοχής και μια πτώση 15% της μητρικής θνησιμότητας με ένα εκτιμώμενο προοδευτικά αυξανόμενο ετήσιο κόστος 2 με 3 δολαρίων κατά κεφαλή, ή περίπου 1.000 δολάρια (ΗΠΑ) για κάθε ζωή που σώζεται.
    • Δεύτερη φάση - εκτεταμένο πακέτο παρεμβάσεων - θα μείωνε την παιδική θνησιμότητα κάτω των 5 ετών κατά περίπου 45%, τη μητρική θνησιμότητα κατά 40% και τους θανάτους νεογνών κατά περίπου 30% με ένα εκτιμώμενο προοδευτικά αυξανόμενο ετήσιο κόστος γύρω στα 5 δολάρια κατά κεφαλήν, ή λιγότερο από 1.500 δολάρια για κάθε ζωή που σώζεται.
    • Τρίτη φάση - αποτελεσματική κάλυψη με το μέγιστο πακέτο παρεμβάσεων - θα επέτρεπε να επιτύχουν ή να προσεγγίσουν όλους τους σχετικούς με την υγεία αναπτυξιακούς στόχους της χιλιετίας ελαττώνοντας την παιδική θνησιμότητα κάτω των 5 ετών και τη μητρική θνησιμότητα κατά περισσότερο από 60%, τους θανάτους νεογνών κατά 50% και μειώνοντας στο μισό την εμφάνιση της ελονοσίας και του υποσιτισμού με ένα εκτιμώμενο προοδευτικά αυξανόμενο ετήσιο κόστος 12 με 15 δολαρίων κατά κεφαλή, ή περίπου 2.500 δολάρια για κάθε ζωή που σώζεται.
 
  1. Επιβίωση των παιδιών: Πού βρισκόμαστε  
 


Κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα έγιναν σημαντικά βήματα για τη βελτίωση της ποιότητας της βασικής υγειονομικής φροντίδας και την πρόσβαση σ' αυτήν, μειώνοντας τους θανάτους παιδιών κάτω των 5 ετών και βελτιώνοντας την κατάσταση της υγείας και της διατροφής τους. Το 1960, περίπου 20 εκατομμύρια μικρά παιδιά πέθαναν χωρίς να δουν το πέμπτο έτος της ηλικίας τους - ωστόσο το 2006, το έτος για το οποίο είναι διαθέσιμες οι πιο πρόσφατες αξιόπιστες εκτιμήσεις, ο ετήσιος αριθμός παιδικών θανάτων παγκοσμίως έπεσε κάτω από τα 10 εκατομμύρια, στα 9,7 εκατομμύρια, για πρώτη φορά από τότε που άρχισαν να τηρούνται αρχεία.

Συντονισμένες προσπάθειες εκ μέρους κυβερνήσεων, δωρητών, διεθνών οργανώσεων και επαγγελματιών στο χώρο της υγείας οδήγησαν σε πλήρη εξάλειψη της ευλογιάς και αξιοσημείωτο περιορισμό άλλων σοβαρών ασθενειών όπως η ιλαρά και η πολιομυελίτιδα. Η μεγάλη έμφαση που δόθηκε στην εξασφάλιση ικανοποιητικής διατροφής στα παιδιά είχε ως αποτέλεσμα την ταχεία μείωση του υποσιτισμού σε πολλές χώρες. Η βελτίωση στις συνθήκες ύδρευσης, αποχέτευσης και υγιεινής βοήθησε να περιοριστεί η εμφάνιση διαρροϊκών ασθενειών.

Τα τελευταία χρόνια, στην παροχή βασικών υγειονομικών υπηρεσιών και την προσπάθεια υποστήριξης συμπεριφορών και πρακτικών εφαρμογών για την υγεία έχουν γίνει σημαντικά βήματα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για αισιοδοξία. Παραδείγματος χάριν, η κάλυψη παιδιών ηλικίας 6-59 μηνών με τουλάχιστον μία δόση συμπληρώματος βιταμίνης Α το χρόνο σημείωσε άνοδο κατά 50% από το 1999. Η αυξημένη κάλυψη των εμβολιασμών κατά της ιλαράς και οι αλλεπάλληλες εκστρατείες συνέβαλαν στην κατά 60% πτώση στους θανάτους από ιλαρά παγκοσμίως (και κατά 75% στην υποσαχάρια Αφρική) μεταξύ 1999 και 2005. Η διατροφή των βρεφών αποκλειστικά με θηλασμό αυξήθηκε σημαντικά σε πολλές χώρες της υποσαχάριας Αφρικής μέσα στα τελευταία 10 χρόνια.

Μεταξύ των διαφόρων ειδών βοήθειας για τη βελτίωση των συνθηκών υγείας, αξιόλογη πρόοδος σημειώθηκε επίσης στην προσπάθεια πρόληψης της μετάδοσης του ιού του AIDS από τις μητέρες στα παιδιά, στην παροχή θεραπευτικής αγωγής σε παιδιά με AIDS, στην πρόληψη και την περίθαλψη της ελονοσίας μέσω ευρείας κάλυψης περιοχών με κουνουπιέρες εμποτισμένες με εντομοκτόνο και συνδυαστικής θεραπευτικής αγωγής με βάση την αρτεμισινίνη και τέλος, στην αύξηση κατανάλωσης ιωδιούχου αλατιού από τα νοικοκυριά. Τέτοια μέτρα είναι δοκιμασμένα, αποτελεσματικά και λογικού κόστους. Το πρόβλημα είναι, πώς θα αναβαθμιστούν περαιτέρω τα ποσοστά κάλυψης των διαφόρων ειδών βοήθειας σε εκείνες τις χώρες και τις κοινότητες - ιδιαίτερα στην υποσαχάρια Αφρική και τη Νότιο Ασία - όπου οι παροχές είναι ακόμη περιορισμένες.

Μικρότερη πρόοδος έχει επιτευχθεί στην αύξηση των ποσοστών κάλυψης με ουσιαστική θεραπευτική αγωγή για την αντιμετώπιση ασθενειών που πλήττουν τα παιδιά. Μολονότι η πνευμονία σκοτώνει περισσότερα παιδιά παγκοσμίως από οποιαδήποτε άλλη μεμονωμένη αιτία - είναι υπεύθυνη για περίπου το 20% του συνόλου των θανάτων παιδιών κάτω των πέντε ετών - μόνον το 56% των παιδιών για τα οποία υπάρχει η υποψία ότι πάσχουν από πνευμονία προσάγονται προς θεραπεία σε κατάλληλο νοσηλευτικό προσωπικό. Σχεδόν μόνο ο 1 στους 4 απασχολούμενους με τη νοσηλεία γνωρίζει τα κύρια συμπτώματα της πνευμονίας των παιδιών: γρήγορη ή δύσκολη αναπνοή. Οι διαρροϊκές ασθένειες ευθύνονται για περίπου 2 εκατομμύρια θανάτους παιδιών κάτω των πέντε ετών κάθε χρόνο και παρόλο που η παροχή της συνιστάμενης θεραπευτικής αγωγής - θεραπεία ενυδάτωσης από το στόμα ή πολλά υγρά με συνεχή λήψη τροφής - σημείωσε σαφή άνοδο μεταξύ 1995 και 2005, μόνον γύρω στο ένα τρίτο των παιδιών του αναπτυσσόμενου κόσμου σ’ αυτήν την κατάσταση λαμβάνουν την κατάλληλη θεραπεία. Η αντιμετώπιση του υποσιτισμού παραμένει ένα κύριο μέλημα, καθώς σχετίζεται με σχεδόν το 50% των παιδικών θανάτων.

Ένα άλλο πρόβλημα είναι το πώς θα αναβαθμιστεί η παροχή βασικών υπηρεσιών σε μητέρες και παιδιά κατά την εγκυμοσύνη και τον τοκετό, στην επιλόχειο περίοδο και μέχρι την πρώιμη παιδική ηλικία. Στις αναπτυσσόμενες χώρες και περιοχές, για μία στις 4 εγκύους δεν υπάρχει καμιά μέριμνα πριν τον τοκετό, και περισσότερες από το 40% γεννούν χωρίς τη βοήθεια ειδικευμένου νοσηλευτικού προσωπικού. Περίπου το 40% των θανάτων παιδιών κάτω των πέντε ετών συμβαίνουν στα νεογέννητα, μέσα στις πρώτες 28 μέρες της ζωής τους, από διάφορες επιπλοκές.

Παρόλα αυτά και παρά τα πολλά επιτεύγματα, το πρόβλημα της παιδικής θνησιμότητας δεν είναι σήμερα λιγότερο οξύ απ’ ότι ήταν 25 χρόνια πριν, τότε που η UNICEF ξεκίνησε την «επανάσταση για την επιβίωση των παιδιών». Κάθε μέρα, πεθαίνουν σε όλο τον κόσμο κατά μέσο όρο, πάνω από 26.000 παιδιά κάτω των πέντε ετών, τα περισσότερα από αιτίες που θα μπορούσαν να προληφθούν. Σχεδόν όλα τους έζησαν σε αναπτυσσόμενες περιοχές ή πιο συγκεκριμένα, σε 60 χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου. Παρόλο που οι μισές περιοχές του κόσμου είναι σε καλό δρόμο όσον αφορά την επίτευξη του στόχου για την παιδική επιβίωση (MDG 4), πολλές χώρες έχουν μείνει πίσω και θα πρέπει να επιταχύνουν σημαντικά τις προσπάθειες για να τον επιτύχουν.

Η επίτευξη του στόχου για την παιδική επιβίωση σε παγκόσμιο επίπεδο θα χρειαστεί αυξημένες προσπάθειες σε πολλαπλά μέτωπα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η επίτευξη και των υπολοίπων των σχετικών με την υγεία στόχων, μέσω της αναβάθμισης των βασικών υπηρεσιών υγείας. Επίσης είναι αναγκαία μια επανεξέταση των στρατηγικών ώστε να καταφέρει η βοήθεια να φτάσει στις φτωχότερες και πιο περιθωριοποιημένες κοινότητες.

Η σημαντική πρόοδος στη μείωση των παιδικών θανάτων, που επιτεύχθηκε σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες κατά τις τελευταίες δεκαετίες, δίνει δικαίωμα για αισιοδοξία. Τα αίτια και οι λύσεις για τους παιδικούς θανάτους είναι απολύτως γνωστά και αποδεκτά. Απλές, αξιόπιστες και λογικού κόστους δέσμες μέτρων, με τη δυνατότητα να σώσουν τα δύο τρίτα των παιδιών που βρίσκονται σήμερα σε κίνδυνο, είναι αυτή τη στιγμή διαθέσιμα. Το πρόβλημα είναι να εξασφαλίσουμε ότι αυτή η βοήθεια - μαζί με υψηλού επιπέδου βασικές υπηρεσίες υγείας - θα καταφέρει να φτάσει στα εκατομμύρια παιδιών και οικογενειών στα οποία, μέχρι στιγμής, δεν έχει δοθεί καμία σημασία.

Η αδιάλειπτη φροντίδα υγείας για τη μητέρα, το νεογέννητο και το παιδί διαμέσου του χρόνου και του τόπου

Η σωτηρία της ζωής μητέρας και παιδιού με την παροχή πλήρους κάλυψης των βασικών τους αναγκών διαμέσου του κύκλου της ζωής, είναι ο πρωταρχικός στόχος της αδιάλειπτης φροντίδας υγείας για τη μητέρα, το νεογέννητο και το παιδί. Το σκεπτικό αυτό προέκυψε από την αναγνώριση του γεγονότος ότι οι θάνατοι μητέρας, νεογνού και παιδιού προέρχονται από τις ίδιες αιτίες με τον υποσιτισμό. Αυτές οι αιτίες περιλαμβάνουν διατροφική ανασφάλεια, αναλφαβητισμό των γυναικών, εγκυμοσύνη σε πολύ νεαρή ηλικία με αποτέλεσμα ένα άσχημο τοκετό, ανεπαρκή σίτιση, αδυναμία πρόσβασης σε ασφαλές νερό και σε βασικές εγκαταστάσεις υγιεινής, καθώς και έλλειψη πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και διατροφής και είναι αποτέλεσμα φτώχειας, περιθωριοποίησης και ανεπαρκώς υποστηριζόμενων, ανελαστικών και πολιτιστικά ανάρμοστων παροχών.

Η αδιάλειπτη φροντίδα αντανακλά μαθήματα που έχουν ληφθεί από τα γεγονότα και την εμπειρία κατά την διάρκεια των πρόσφατων δεκαετιών. Δύο διαστάσεις του θέματος μας πληροφορούν για την εφαρμογή της. Ο χρόνος, ο οποίος διασφαλίζει την παροχή βασικών υπηρεσιών κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, του τοκετού, της επιλόχειας περιόδου, της νηπιακής και της πρώτης παιδικής ηλικίας και ο τόπος, που συνδέει την παροχή των βασικών υπηρεσιών σε ένα δυναμικό περιφερειακό σύστημα πρωτοβάθμιας υγείας, το οποίο ενοποιεί το σπίτι, την κοινότητα τις εκστρατείες και τη φροντίδα μέσα από τις υποδομές του συστήματος υγείας.

Αυτοί οι παράγοντες αναγνωρίζουν ότι οι κίνδυνοι θνησιμότητας και νοσηρότητας είναι πολύ υψηλοί τόσο για τη μητέρα όσο και για το παιδί κατά την διάρκεια και μετά τη γέννα και ότι αυτά τα κενά στην φροντίδα είναι συχνά περισσότερο σοβαρά σε επίπεδο οικογένειας και κοινότητας, τομείς, όπου η φροντίδα είναι περισσότερο αναγκαία.

Το εκτιμώμενο αποτέλεσμα της επίτευξης ενός υψηλού επιπέδου κάλυψης μέσα από αδιάλειπτη παροχή ιατρικής φροντίδας θα μπορούσε να είναι σημαντικό. Στην υποσαχάρια Αφρική η εφαρμογή ευρείας πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας η οποία θα κάλυπτε το 90% των μητέρων και των νεογέννητων, θα απέτρεπε τα δύο τρίτα των θανάτων των νεογνών και θα έσωζε 800.000 ζωές κάθε χρόνο.

Πίνακας
Η παγκόσμια πρόοδος για τη μείωση της παιδικής θνησιμότητας είναι ανεπαρκής για την επίτευξη
του Αναπτυξιακού Στόχου της Χιλιετίας για την παιδική επιβίωση (MDG 4).
Ο ετήσιος μέσος όρος της μείωσης (AARR) του ποσοστού θνησιμότητας των παιδιών κάτω των πέντε ετών (U5MR) η οποία παρατηρήθηκε για τα έτη 1990-2006 θα πρέπει να παραμείνει ο αυτός για τα έτη 2007-2015,
ώστε να επιτευχθεί ο Αναπτυξιακός Στόχος της Χιλιετίας (MDG 4)*.
 
U5MR
AARR
 
 
Αριθμός θανάτων
ανά 1.000 ζώντα νεογνά
Καταγραμμένο
Απαιτούμενο
Πρόοδος ως προς
το στόχο (MDG 4)
 
1990
2006
1990-2006
2007-2015
Υποσαχάρια Αφρική
187
160
1,0
10,5
Ανεπαρκής πρόοδος
Ανατολική & Νότια Αφρική
165
131
1,4
9,6
Ανεπαρκής πρόοδος
Δυτική & Κεντρική Αφρική
208
186
0,7
11,0
Καμία πρόοδος
Μέση Ανατολή & Βόρεια Αφρική
79
46
3,4
6,2
Ανεπαρκής πρόοδος
Νότια Ασία
123
83
2,5
7,8
Ανεπαρκής πρόοδος
Ανατολική Ασία & Ειρηνικός
55
29
4,0
5,1
Εντός στόχου
Λατινική Αμερική & Καραϊβική
55
27
4,4
4,3
Εντός στόχου
Κεντ.Αν.Ευρώπη & Κοιν.Ανεξ.Κρατών
53
27
4,2
4,7
Εντός στόχου
Βιομηχανικές χώρες / περιοχές
10
6
3,2
6,6
Εντός στόχου
Αναπτυσσόμενες χώρες / περιοχές
103
79
1,7
9,3
Ανεπαρκής πρόοδος
Σύνολο κόσμου
93
72
1,6
9,4
Ανεπαρκής πρόοδος

* Η πρόοδος σχετικά με τον παραπάνω στόχο στα διάφορα κράτη κατηγοριοποιείται σύμφωνα με τα ακόλουθα όρια:
Εντός στόχου - βρίσκονται τα κράτη όπου το ποσοστό θνησιμότητας παιδιών κάτω των πέντε ετών, (U5MR) είναι λιγότερο από 40 ή όπου το ποσοστό θνησιμότητας παιδιών κάτω των πέντε ετών, (U5MR) είναι 40 ή και περισσότερο και ο ετήσιος μέσος όρος μείωσης που παρατηρήθηκε από το 1990 ως το 2006, είναι 4% ή περισσότερο.
Ανεπαρκής πρόοδος - βρίσκονται τα κράτη όπου το ποσοστό θνησιμότητας παιδιών κάτω των πέντε ετών, (U5MR) είναι 40 ή και περισσότερο και ο ετήσιος μέσος όρος μείωσης που παρατηρήθηκε από το 1990 ως το 2006, βρίσκεται μεταξύ 1% και 3.9%
Καμία πρόοδος - δεν σημειώθηκε στα κράτη όπου το ποσοστό θνησιμότητας παιδιών κάτω των πέντε ετών, (U5MR) είναι 40 ή περισσότερο και ο ετήσιος μέσος όρος μείωσης που παρατηρήθηκε από το 1990 ως το 2006 είναι μικρότερος του 1%.
Πηγή: Εκτιμήσεις της UNICEF που βασίζονται στην εργασία του Interagency Child Mortality Estimation Group.

 
     
  2. Η εμπειρία που αποκτήθηκε από εξελισσόμενα συστήματα και πρακτικές υγείας  
 


Μια εξέταση των διαφορετικών προσεγγίσεων στην παροχή των βασικών υπηρεσιών από την αρχή του 20ου αιώνα ως σήμερα καταδεικνύει ότι μία ευρεία δέσμη αποτελεσματικών επεμβάσεων και πολιτικής αποτελεί την καλύτερη προοπτική για την επιτάχυνση της προόδου. Σε αυτές περιλαμβάνονται πρωτοβουλίες που στοχεύουν προς μία μεμονωμένη ασθένεια ή κατάσταση, όπως η ελονοσία ή ο υποσιτισμός με την επιδίωξη να προσφέρουν μία συνεχή παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας η οποία ενσωματώνει νοσοκομειακές και κλινικές διευκολύνσεις σε εξωτερικά ιατρεία, καθώς και φροντίδα σε επίπεδο νοικοκυριού ή κοινότητας.

Έλεγχος των ασθενειών: Προσπάθειες να περιοριστούν ορισμένες ασθένειες ξεκίνησαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Αυτές οι προσπάθειες κλιμακώθηκαν τις δεκαετίες του '50, '60 και '70 με το επιχείρημα των «μαζικών εκστρατειών», οι οποίες εστιάζονταν στην μείωση ή το ξερίζωμα μιας συγκεκριμένης ασθένειας με τη χρήση ειδικής τεχνολογίας. Η επιτυχία ορισμένων από αυτές τις κάθετες μαζικές εκστρατείες, ειδικά για την ευλογιά, βασίστηκε στο σχεδιασμό των πιο επιτυχημένων ίσως προγραμμάτων δημόσιας υγείας στην ιστορία: των «Εκτεταμένων Προγραμμάτων Εμβολιασμού» τα οποία αναπτύχθηκαν πολύ έντονα το 1974. Προσπάθειες να περιοριστούν συγκεκριμένες ασθένειες όπως οι μαγουλάδες, είναι ακόμα σε εξέλιξη σήμερα και οι γιατροί συνεχίζουν να σημειώνουν αξιοσημείωτες επιτυχίες.

Πλήρης πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας: Επιτυχημένες καινοτομίες οι οποίες εμφανίστηκαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στη δημόσια υγεία, σε χώρες που διαφέρουν μεταξύ τους όπως η Κίνα, η Ινδονησία και η Νιγηρία, έδειξαν την προοπτική για την εφαρμογή υπηρεσιών παροχής πρωτοβάθμιας υγείας σε ευρεία κλίμακα πέραν των στοχευμένων προς συγκεκριμένες ασθένειες. Η προσέγγιση πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ενσωματώθηκε σε ένα συνέδριο-ορόσημο: το Διεθνές Συνέδριο στην ¶λμα-¶τα το 1975, το οποίο διεύρυνε την έννοια της παροχής πρωτοβάθμιας υγείας πέραν του ελέγχου των συγκεκριμένων ασθενειών, ώστε να περιλάβει το δόγμα της συμμετοχής της κοινότητας, της ισότητας, της προώθησης θεμάτων υγείας και ενσωμάτωσε ολοκληρωμένες προσεγγίσεις στην παροχή υπηρεσιών υγείας και τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων τομέων. Αυτά, καθώς και άλλα πρότυπα πρωτογενούς περίθαλψης έχουν καταστεί καθοδηγητικές αρχές στην ανάπτυξη των συστημάτων υγείας κατά την διάρκεια των πρόσφατων δεκαετιών.

Επιλεκτική φροντίδα πρωτοβάθμιας υγείας: Οικονομικοί περιορισμοί και άλλοι παράγοντες εμπόδισαν την εφαρμογή της προσέγγισης της πρωτογενούς φροντίδας υγείας κατά την διάρκεια της δεκαετίας του '80. Ένα εναλλακτικό πλαίσιο επιλεκτικής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, εστίασε σε ένα προκαθορισμένο υποτομέα ασθενειών-κλειδιών και καταστάσεων και τις διαχειρίστηκε χρησιμοποιώντας σχετικά φτηνές ιατρικές τεχνολογίες, για να επιτύχει εξειδικευμένους στόχους. Η επιλεκτική πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας έλαβε αξιόλογη στήριξη από δωρεές και η «Επανάσταση για την Παιδική Επιβίωση» που ξεκίνησε από τη UNICEF το 1982 βασίστηκε σ’ αυτό το πλαίσιο. Εστιάστηκε σε τέσσερις χαμηλού κόστους επεμβάσεις, συγκεντρωτικά αναφερόμενες σαν GOBI: υποσιτισμός, θεραπεία της αφυδάτωσης για την αντιμετώπιση της παιδικής διάρροιας, θηλασμός για τη διασφάλιση της υγείας των μικρών παιδιών και εμβολιασμός κατά έξι θανατηφόρων παιδικών ασθενειών. Το πρόγραμμα GOBI, μαζί με τα «Εκτεταμένα Προγράμματα Εμβολιασμών» και προγράμματα για τον έλεγχο των διαρροϊκών ασθενειών και των οξέων αναπνευστικών λοιμώξεων που εφάρμοσε η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, ήταν μια αδιαφιλονίκητη συνεισφορά για τη μείωση των παιδικών θανάτων τη δεκαετία του '80.

Ολοκληρωμένες προσεγγίσεις: Τη δεκαετία του '90 και τα πρώτα χρόνια της τρέχουσας δεκαετίας έχει διαπιστωθεί μια ανανεωμένη εστίαση σε ολοκληρωμένες προσεγγίσεις στην εφαρμογή των υπηρεσιών υγείας, η οποία επιδιώκει με έμφαση να συνδυάσει οικονομικές λύσεις για την αντιμετώπιση εξειδικευμένων προκλήσεων σε θέματα υγείας με συμμετοχή των κοινοτήτων, διατμηματική συνεργασία και ενσωμάτωση στο γενικότερο σύστημα υγείας. Μια τέτοια προσέγγιση περιλάμβανε την «Πρωτοβουλία Bamako», που υποστηρίχτηκε οικονομικά από τη UNICEF και την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας. Η Πρωτοβουλία αυτή υιοθετήθηκε από τους υπουργούς υγείας της Αφρικής το 1987, οι οποίοι επιδίωξαν να εφαρμόσουν δέσμες ολοκληρωμένων μέτρων υγείας μέσω κέντρων υγείας, με σταθερή έμφαση στη συμμετοχή της αυτοδιοίκησης και παροχή πρόσβασης στα φάρμακα.

Το εξέχον πλαίσιο για την ολοκλήρωση είναι η «Εντατική Διαχείριση της Παιδικής Ασθένειας», (IMCI), η οποία υιοθετεί μια ευρεία διασταυρούμενη προσέγγιση για να θέσει επί τάπητος την διαχείριση της παιδικής ασθένειας. Οι στρατηγικές της IMCI, οι οποίες στοχεύουν στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του νοσηλευτικού προσωπικού, στην ενίσχυση των συστημάτων υγείας και στην ανάδειξη των εφαρμοστέων τακτικών στην οικογένεια και την αυτοδιοίκηση, έχουν ήδη υιοθετηθεί από περισσότερες από 100 χώρες από την αρχή που εμφανίστηκαν το 1992.

Ένα περισσότερο πρόσφατο παράδειγμα μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης είναι η «Πρωτοβουλία για την Επιταχυνόμενη Παιδική Επιβίωση και Ανάπτυξη». Εγκαινιάστηκε το 2001 από την Καναδική Διεθνή Αντιπροσωπεία για την Ανάπτυξη, τη UNICEF και τις εθνικές κυβερνήσεις της Δυτικής και Κεντρικής Αφρικής, τώρα καλύπτει περισσότερο από 16 εκατομμύρια ανθρώπους σε 11 χώρες με υψηλούς δείκτες θνησιμότητας σε παιδιά κάτω των πέντε ετών. Η «Επιταχυνόμενη Παιδική Επιβίωση και Ανάπτυξη» επικεντρώνεται με βάση την βοήθεια της κοινότητας στην οικογενειακή υγεία, τη διατροφή και τις πρακτικές υγιεινής. Επίσης έγιναν περαιτέρω προσπάθειες και εκστρατείες, για να παρασχεθούν βασικές υπηρεσίες και προϊόντα, καθώς και εφαρμογή μέτρων παροχής ενός ελάχιστου επιπέδου υπηρεσιών υγείας. Η Πρωτοβουλία αυτή θεμελιώνεται στην δυναμική των υπαρχόντων προσεγγίσεων, όπως τα πρόσθετα προγράμματα για Προγεννητικό Έλεγχο, τα Εκτεταμένα Προγράμματα Εμβολιασμών και την Εντατικοποιημένη Διαχείριση της Παιδικής Ασθένειας.

Προς ένα ενοποιημένο πλαίσιο: Κατανοώντας σε βάθος τα μαθήματα του προηγούμενου αιώνα, οι εμπειρογνώμονες στην υγεία των μητέρων, των νεογέννητων και των παιδιών συμφωνούν όλο και περισσότερο περίπου σε ένα σύνολο αρχών:

  • Μια νέα προσέγγιση των αρχών της βασικής υγειονομικής περίθαλψης, οι οποίες υπογραμμίζουν την πρωτοκαθεδρία της οικογένειας και της κοινοτικής συνεργασίας στην επιβίωση, την ανάπτυξη και το μεγάλωμα των παιδιών.
  • Η «ανάπτυξη συστημάτων για την προσέγγιση των αποτελεσμάτων» στην παροχή υπηρεσιών υγείας, η οποία συνδυάζει τις δυνάμεις των "επιλεκτικών"/"κάθετων" και "ολοκληρωμένων"/"οριζόντιων" προσεγγίσεων μέσω της κλιμακούμενης ενίσχυσης των οικονομικώς αποδοτικών μέτρων επέμβασης και της ενσωμάτωσης τους στην αδιάλειπτη φροντίδα για τις μητέρες και τα παιδιά. Αυτή η προσέγγιση αμφισβητεί τον από παλαιά υφιστάμενο διχασμό μεταξύ των κάθετων προσεγγίσεων, για να επιτύχει συγκεκριμένα αποτελέσματα και ολοκληρωμένες προσεγγίσεις για την ενίσχυση των συστημάτων και τη βελτίωση της δημόσιας υγείας, υποστηρίζοντας ότι και οι δύο στόχοι μπορούν να επιτευχθούν μέσα από την προσαρμογή των συστημάτων υγείας ώστε να έχουν αποτελέσματα.
  • Βελτιωμένοι τρόποι εργασίας σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, με έντονη εστίαση στο συντονισμό, την εναρμόνιση και τα αποτελέσματα - είναι τα κυριότερα μέσα για την επίτευξη των σχετικών με την υγεία Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας.

Μία θεμελιώδης αρχή που έχει αναδυθεί από ένα ολόκληρο αιώνα μελέτης των προσεγγίσεων για την παροχή υγειονομικής φροντίδας είναι ότι δεν μπορεί να εφαρμοσθεί μία και μόνη μέθοδος σε κάθε περίσταση. Η οργάνωση, η ολοκλήρωση και οι παρεμβάσεις στις υπηρεσίες υγείας πρέπει να έχουν σχεδιαστεί έτσι, ώστε να αντιμετωπίζονται οι περιορισμοί που θέτουν οι ανθρώπινοι και οικονομικοί πόροι, το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο, η αντικειμενική δυνατότητα του συστήματος υγείας και η επείγουσα ανάγκη για επίτευξη αποτελεσμάτων. Η εστίαση στα αποτελέσματα απαιτεί στρατηγικές, οι οποίες στηρίζονται στη συλλογική γνώση σε θέματα επιβίωσης και υγείας της μητέρας, του νεογέννητου και του παιδιού, για να προσδιοριστούν οι λύσεις που αρμόζουν καλύτερα σε κάθε χώρα και κοινωνία.

 
     
  3. Κοινοτικές συνεργασίες στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας για μητέρες, νεογέννητα και παιδιά  
 


Η επίτευξη των σχετικών με την υγεία Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας, προϋποθέτει την ενίσχυση των συστημάτων υγείας σε όλα τα επίπεδα: υπηρεσίες και κέντρα υγείας, τακτικά προγράμματα δημόσιας υγείας και κοινοτικές συνεργασίες. Όλο και περισσότερα στοιχεία δείχνουν ότι η βελτίωση των πρακτικών υγιεινής στην κοινότητα και τα νοικοκυριά σε συνδυασμό με τις ευκαιρίες πρόσβασης στο σύστημα υγείας, μπορούν να έχουν δραστική επίδραση στη μείωση της θνησιμότητας των παιδιών κάτω των πέντε ετών. Ως αποτέλεσμα, τα ολοκληρωμένα συστήματα υγείας και η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας σε επίπεδο κοινότητας, απολαμβάνουν και πάλι μεγαλύτερης προσοχής και έμφαση στις εθνικές πολιτικές και στα διεθνή προγράμματα και τις συνεργασίες στον τομέα της υγείας.

Οι κοινοτικές συνεργασίες και η συμμετοχή υπόσχονται πολλά για τη βελτίωση της υγείας, της διατροφής και των περιβαλλοντικών συνθηκών, ιδιαίτερα σε χώρες με συστήματα υγείας περιορισμένων δυνατοτήτων και κυρίως όσον αφορά τις πιο περιθωριοποιημένες και φτωχότερες πληθυσμιακές ομάδες. Η πείρα δείχνει ότι οι επιτυχημένες κοινοτικές συνεργασίες βασίζονται σε ορισμένους κοινούς παράγοντες όπως:

  • Συνεκτική και περιεκτική κοινοτική οργάνωση και συμμετοχή: Προγράμματα που στηρίζονται σε παγιωμένες δομές μέσα στην κοινότητα, προάγουν την κοινωνική συνοχή και εντάσσουν τα μέλη της στο σχεδιασμό, την εφαρμογή, αλλά και την αξιολόγησή τους, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο επιτυχημένα στις αναπτυσσόμενες χώρες.

  • Υποστήριξη και κίνητρα για το νοσηλευτικό προσωπικό στις κοινότητες: Οι εργαζόμενοι είναι οι βασικοί συντελεστές της θεραπείας, της εκπαίδευσης και της παροχής υγειονομικών συμβουλών σε κοινοτικό επίπεδο, χρειάζονται κίνητρα και υποστήριξη για να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους ώστε να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και να διατηρήσουν το ζήλο τους.

  • Ικανοποιητική επίβλεψη και υποστήριξη: Η επίβλεψη είναι αναγκαία για τη διατήρηση του ενδιαφέροντος και του ζήλου των μελών της κοινότητας και τον περιορισμό του κινδύνου απομείωσης δυνάμεων. ¶λλες σημαντικές μορφές υποστήριξης περιλαμβάνουν την επιμελητεία, την τροφοδοσία και τον εξοπλισμό.

  • Αποτελεσματικά συστήματα αναφοράς για τη φροντίδα που παρέχουν τα διάφορα ιδρύματα: Τα νοσοκομεία και οι κλινικές είναι απαραίτητοι παράγοντες της επιτυχίας των κοινοτικών συνεργασιών, γιατί προσφέρουν υπηρεσίες οι οποίες δεν μπορούν να παρασχεθούν με ασφάλεια αλλού, όπως η επείγουσα μαιευτική φροντίδα. Τα περιφερειακά συστήματα υγείας χρησιμεύουν επίσης ως κεντρικά σημεία για το συντονισμό των προγραμμάτων δημόσιας υγείας.

  • Συνεργασία και συντονισμός με άλλα προγράμματα και τομείς: Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της υγείας της μητέρας, του βρέφους και του παιδιού, απαιτεί συντονισμένη δράση μεταξύ των προγραμμάτων και των τομέων που ασχολούνται με την υγεία, τη διατροφή, την υγιεινή, τις μείζονες ασθένειες, την εξασφάλιση τροφής, καθώς και τη συνεργασία μεταξύ των τομέων για τη αντιμετώπιση θεμάτων εφοδιασμού και την πρόσβασή τους στο νερό και τους χώρους υγιεινής.

  • Εξασφάλιση χρηματοδότησης: Για την επιτυχημένη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση των κοινοτικών συνεργασιών, πρέπει να δοθεί προσοχή σε θέματα βιωσιμότητας και δίκαιης κατανομής της βοήθειας και για αντιμετώπιση θεμάτων όπως η κατανομή του κόστους και τα οικονομικά κίνητρα στο νοσηλευτικό προσωπικό σε επίπεδο κοινότητας.

  • Ενσωμάτωση σε περιφερειακά και εθνικά προγράμματα και πολιτικές: Συμβουλευτικές πολύ-μετοχικές διαδικασίες είναι απαραίτητες για να διαμορφωθούν στρατηγικές και να διασφαλιστεί ότι η επιβίωση μητέρας και παιδιού καταλαμβάνει εξέχουσα θέση στους εθνικούς και αποκεντρωμένους σχεδιασμούς και προϋπολογισμούς, με σαφείς στόχους και καθορισμένα μέτρα σύγκρισης.

Πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων μερικών από τις πιο φτωχές παγκοσμίως, έχουν εφαρμόσει με επιτυχία προγράμματα υγείας σε επίπεδο κοινότητας. Οι μεγάλης κλίμακας πρωτοβουλίες για νοσηλευτικό προσωπικό που αναλήφθηκαν στο Μπαγκλαντές (BRAC), στην Ινδία (Jamkhed και άλλοι) και στο Πακιστάν (Γυναίκες - Νοσηλεύτριες), τέθηκαν όλες υπό την αιγίδα τοπικών οργανισμών - συχνά γυναικείων ομάδων. Οι ομάδες αυτές στηρίχτηκαν σε καθιερωμένες δομές μέσα στην κοινότητα, οι οποίες επεκτείνονταν σε άλλους τομείς ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης και της υγείας.

Στις Φιλιππίνες, η επιτυχία του νοσηλευτικού προσωπικού σε τοπικό επίπεδο (τη μικρότερη διοικητική μονάδα στη χώρα), βοηθήθηκε από την Πράξη Προνομίων και Κινήτρων του Νοσηλευτικού Προσωπικού στις Περιφέρειες του 1995, η οποία περιλαμβάνει διάφορες πρόνοιες όπως επιδόματα διαβίωσης, περισσότερες ευκαιρίες καριέρας, ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα και προνομιακή πρόσβαση σε δάνεια. Με τη συνεργασία και το συντονισμό με άλλα προγράμματα, έγιναν γνωστές και εφαρμόστηκαν επιτυχημένες πρακτικές από όλο τον κόσμο. Η προσέγγιση της «Ομάδας Φροντίδας» για τη μείωση της θνησιμότητας των παιδιών κάτω των πέντε ετών, για παράδειγμα, περιλαμβάνει την εκπαίδευση των μελών της κοινότητας μέσω της ομαδικής αλληλεπίδρασης. Αυτές οι μέθοδοι χρησιμοποιούνται με επιτυχία στην Καμπότζη, στο Μαλάουι, στη Μοζαμβίκη και στη Ρουάντα.

Υπάρχουν πολυάριθμα παραδείγματα επιτυχημένων κοινοτικών συνεργασιών στην πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη για τις μητέρες και τα παιδιά στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη, την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών, την Ανατολική Ασία και τον Ειρηνικό, τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, τη Νότια Ασία και με αυξανόμενο ρυθμό, στην υποσαχάρια Αφρική. Η πρόκληση είναι τώρα να μάθουμε από αυτές τις εμπειρίες, να κλιμακώσουμε τα προγράμματα και να προσεγγίσουμε τα εκατομμύρια των παιδιών, τα οποία το σύστημα υγείας, μέχρι σήμερα, έχει προσπεράσει.

 
     
  4. Ενισχύοντας τις κοινοτικές συνεργασίες την αδιάλειπτη φροντίδα και τα συστήματα υγείας  
 


Για την επιτάχυνση της αύξησης της παιδικής επιβίωσης θα απαιτηθεί η εφαρμογή των μαθημάτων που πήραμε από έναν αιώνα εξέλιξης στον τομέα της υγείας και η ανάληψη αποτελεσματικών προσεγγίσεων για την ενίσχυση των κοινωνικών συνεργασιών, της συνέχισης της φροντίδας και των συστημάτων υγείας. Με βάση το κοινό πλαίσιο που εκπονήθηκε από εξέχοντες διεθνείς Οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένης της Διεθνούς Τράπεζας, του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και της UNICEF, η έκθεση «Η Κατάσταση των Παιδιών στον Κόσμο 2008» καθόρισε πέντε διακριτές αλλά συνδεόμενες δράσεις για την οικοδόμηση των συστημάτων υγείας στις αναπτυσσόμενες χώρες και περιοχές, μέσω προγραμμάτων, πολιτικών και συνεργασιών στη διάρκεια της ερχόμενης δεκαετίας.

Δράση Ι: Επαναπροσανατολισμό των προγραμμάτων όχι με βάση τις επεμβάσεις για ειδικές ασθένειες, αλλά με βάση ενοποιημένες παρεμβάσεις μεγάλης βαρύτητας, που θα βασίζονται σε στοιχεία, ώστε να διασφαλιστεί το αδιάλειπτο της φροντίδας. Αυτό σημαίνει αναλυτική περιγραφή των παρεμβάσεων, καθορισμό των μέτρων σύγκρισης και των στόχων για την εκτέλεση και την ολοκλήρωσή τους, καθώς και παροχή ενός συνδυασμού υπηρεσιών από τις τρεις βασικές λειτουργίες ολοκλήρωσης: υπηρεσίες προσανατολισμένες στην οικογένεια, βασισμένες στην κοινότητα με περιοδική επίβλεψη από ειδικευμένους επαγγελματίες, προγραμματισμένες υπηρεσίες προσανατολισμένες στο κοινωνικό σύνολο που παρέχονται από ειδικευμένο ή ημι-ειδικευμένο νοσηλευτικό προσωπικό και κλινικές υπηρεσίες προσανατολισμένες στο άτομο, οι οποίες απαιτούν νοσηλευτικό προσωπικό πλήρους εξειδίκευσης.

Δράση ΙΙ: Να καταστεί η υγεία της μητέρας και του παιδιού κεντρικό αξίωμα των ενοποιημένων εθνικών διαδικασιών σχεδιασμού για την αναβάθμιση των βασικών υγειονομικών υπηρεσιών. Τα μέτρα - κλειδιά που απαιτούνται στα εθνικά στρατηγικά πλάνα για την αναβάθμιση των παρεμβάσεων περιλαμβάνουν: τον εντοπισμό και τη διόρθωση των εμπλοκών του συστήματος υγείας, την παρακολούθηση της προόδου και των προβλημάτων κατά την επέκτασή τους, τη σταδιακή υλοποίηση των παρεμβάσεων και την ενίσχυση του συστήματος υγείας, την αντιμετώπιση της έλλειψης ανθρώπινων πόρων στο σύστημα υγείας σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, την καθιέρωση μιας προσανατολισμένης στα αποτελέσματα προσέγγισης για την ανάπτυξη του συστήματος υγείας και την ενίσχυση των περιφερειακών συστημάτων υγείας.

Δράση ΙΙΙ: Βελτίωση της ποιότητας και της συνέπειας της χρηματοδότησης για την ενίσχυση του συστήματος υγείας. Όπως προκύπτει από την μέχρι τώρα εμπειρία, ισχύουν πέντε αρχές για τη χρηματοδότηση πλάνων αναβάθμισης των συστημάτων υγείας: η χρήση «συμβολαίων» σαν ανταμοιβή της απόδοσης σε μόνιμη βάση, η ένταξη της αναπτυξιακής βοήθειας στα κρατικά συστήματα, η προώθηση της χρηματοδότησης βάσει αποτελεσμάτων, ο καθορισμός μέτρων σύγκρισης και δεικτών αποτελέσματος για την ανάπτυξη του συστήματος υγείας και η ανάπτυξη πρωτοποριακών και δίκαιων χρηματοδοτικών στρατηγικών.

Δράση ΙV: Εξασφάλιση της δέσμευσης της πολιτικής ηγεσίας. Έχει αποδειχθεί επανειλημμένα ότι όταν οι κυβερνήσεις τίθενται επικεφαλής και δεσμεύονται να προωθήσουν πιλοτικά και μικρής κλίμακας έργα, αυτές οι πρωτοβουλίες μπορούν γρήγορα να αποκτήσουν εθνικής εμβέλειας κάλυψη. Το πρόγραμμα του νοσηλευτικού προσωπικού σε επίπεδο κοινότητας και η πρωτοβουλία της «Οικογένειας Μπόλσα» της Βραζιλίας, το πρόγραμμα υγείας, διατροφής και εκπαίδευσης του Μεξικού «PROGRESA», το πρόγραμμα ασφάλισης υγείας «Seguro Popular de Salud», το νοσηλευτικό προσωπικό σε κοινοτικό επίπεδο της Ινδονησίας, οι «Πρωτοβουλίες Ενυδάτωσης από το Στόμα» της Αιγύπτου και το «Πρόγραμμα Διεύρυνσης της Υγείας» της Αιθιοπίας, είναι μόνο μερικά παραδείγματα που δείχνουν τις δυνατότητες αναβάθμισης, όταν οι κυβερνήσεις είναι πρόθυμες να διαθέσουν έστω και μικρή χρηματοδότηση σε προγράμματα υγείας και κοινωνικής πρόνοιας. Εκτός από την αύξηση της χρηματοδότησης για ανθρώπινο δυναμικό απασχολούμενο πλήρως στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, οι κυβερνήσεις πρέπει να δεσμευτούν για τη δημιουργία και τη διατήρηση επαρκούς τεχνικής και διοικητικής εξυπηρέτησης.

Δράση V: Δημιουργία προϋποθέσεων για μεγαλύτερη εναρμόνιση των παγκόσμιων προγραμμάτων υγείας και των συνεργασιών. Ο ταχύς πολλαπλασιασμός των νέων προγραμμάτων και συνεργασιών στην υγεία καθιστά δύσκολη την παρακολούθησή τους από τις αναπτυσσόμενες χώρες. Ακόμα δυσκολότερη είναι η διαχείριση και ο συντονισμός τους. Η Επιτροπή Βοήθειας του Οργανισμού για την Οικονομική Βοήθεια και την Ανάπτυξη (OECD) συνέταξε έναν «Οδηγό για την ορθή προσαρμογή των παγκόσμιων προγραμμάτων σε επίπεδο χωρών». Αυτός ο οδηγός βοηθά τη διαχείριση των παγκόσμιων προγραμμάτων και των συνεργασιών και διευκολύνει την εκτέλεσή τους, με σκοπό να βελτιώσει τη συμμετοχή, την εναρμόνιση και την συμπαράταξη των χωρών και να προάγει την από κοινού υπευθυνότητα για την υγεία των παιδιών και των μητέρων.

Για τις κυβερνήσεις, τους δωρητές, τους διεθνείς Οργανισμούς και τις παγκόσμιες συνεργασίες, η αποτελεσματική αναβάθμιση θα απαιτήσει ένα νέο τρόπο εργασίας στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας μεταξύ των βασικών εταίρων. Το κεντρικό θέμα αυτού του παραδείγματος είναι η ενότητα. Οι πρωτοβουλίες και οι συνεργασίες με κατεύθυνση τη βελτίωση κάποιων πλευρών της υγείας μητέρας και παιδιού είναι πολλές και συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται, αλλά θα απαιτήσουν μεγαλύτερη συνοχή και εναρμόνιση για να επιτευχθούν οι Αναπτυξιακοί Στόχοι της Χιλιετίας για τις μητέρες και τα παιδιά.

 
     
  5. Ενότητα για την επιβίωση των παιδιών  
 


Οι Αναπτυξιακοί Στόχοι της Χιλιετίας δεν είναι μια σειρά ουτοπικών στόχων, αλλά το προϊόν έντονης σκέψης και σκληρών υπολογισμών μερικών εκ των σημαντικότερων πολιτικών του κόσμου, ειδικών της ανάπτυξης, οικονομολόγων και επιστημόνων οι οποίοι, επί του παρόντος, αντιπροσωπεύουν την καλύτερή μας ελπίδα για την επιτάχυνση της ανθρώπινης προόδου.

Η επίτευξη των στόχων σημαίνει ότι οι ζωές 30 εκατομμυρίων περίπου παιδιών και 2 εκατομμυρίων μητέρων θα έχουν σωθεί μεταξύ των ετών 2005 και 2015. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα εκατοντάδες εκατομμύρια παιδιά, άνδρες και γυναίκες να ανακουφιστούν από την πείνα, να έχουν πρόσβαση σε ασφαλές νερό και βασική υγιεινή, να λάβουν εκπαίδευση και να απολαύσουν τα ίδια οικονομικά προνόμια και τις πολιτικές ευκαιρίες που είναι διαθέσιμες σε άλλους.

Μολονότι μερικές περιοχές και χώρες καθυστερούν, οι στόχοι μπορούν όλοι να επιτευχθούν εγκαίρως εάν η πολιτική βούληση, οι αναγκαίοι πόροι και οι απαιτούμενες στρατηγικές είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Έξι ουσιώδεις δράσεις χρειάζονται επειγόντως μια ομόφωνη κινητοποίηση:

  • Δημιουργία ενός περιβάλλοντος που θα υποστηρίζει την επιβίωση και την υγεία της μητέρας, του νεογέννητου και του παιδιού, εξασφαλίζοντας ότι τα συστήματα και τα προγράμματα υγείας είναι βασισμένα στα δικαιώματά τους - και υποστηρίζοντας την ειρήνη, την ασφάλεια, την προστασία του παιδιού, την έλλειψη διακρίσεων, την ισότητα των φύλων και την ενίσχυση των γυναικών.

  • Ανάπτυξη και ενίσχυση της αδιάλειπτης φροντίδας ανεξαρτήτως χρόνου και τόπου. Το σύστημα αυτό πρέπει να παρέχει βασικές υπηρεσίες σε σημεία κλειδιά κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής των μητέρων και των παιδιών. Ισχυροί δεσμοί απαιτούνται επίσης μεταξύ του νοικοκυριού, της κοινότητας, των ποιοτικών εκστρατειών υγείας και των κλινικών υπηρεσιών στα αγροτικά ιατρεία και τα περιφερειακά νοσοκομεία.

  • Αναβάθμιση των βασικών υπηρεσιών, ενισχύοντας τα συστήματα υγείας και τις κοινωνικές συνεργασίες, μέσω πρωτοβουλιών εκπαίδευσης του νοσηλευτικού προσωπικού, επέκταση των υπηρεσιών προσέγγισης, αντιμετώπιση των εμπλοκών και έρευνα σε νέες τεχνολογίες.

  • Διεύρυνση της βάσης δεδομένων έρευνας και στοιχείων. Παρόλο που η βάση στοιχείων για την υγεία μητέρας και παιδιού παρέχεται από ένα μεγάλο φάσμα πηγών, υπάρχει ακόμη η ζήτηση για ακριβέστερη συλλογή και μετάδοση δεδομένων, έρευνα και αξιολόγηση.

  • Συγκέντρωση πόρων για τις μητέρες, τα νεογέννητα και τα παιδιά. Η βοήθεια από τους δωρητές αυξάνει, αλλά όχι με αρκετά ταχύ ρυθμό ώστε να καλυφθούν οι στόχοι. Οι εθνικές κυβερνήσεις πρέπει επίσης να πραγματοποιήσουν τις υποσχέσεις για την αύξηση των δαπανών για την υγεία.

  • Να καταστεί η επιβίωση της μητέρας, του νεογέννητου και του παιδιού παγκόσμια επιταγή.

Η επιτάχυνση της προόδου θα κάνει αναγκαίο να θέσουμε αυτούς τους στόχους στην καρδιά του διεθνούς ενδιαφέροντος, στην κούρσα μέχρι την προθεσμία του 2015 για τους Αναπτυξιακούς Στόχους της Χιλιετίας. Η πρόκληση είναι να χτίσουμε πάνω στην πρόοδο που έχει επιτευχθεί σε όλο τον αναπτυσσόμενο κόσμο, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, σε παρεμβάσεις πρόληψης που έγιναν από εκστρατείες βοήθειας. Η βάση για τη δράση, (δεδομένα, έρευνα, αξιολόγηση), είναι ήδη καλά διαμορφωμένη. Τα πλαίσια, (κοινοτικές συνεργασίες, το αδιάλειπτο της φροντίδας και η ενίσχυση του συστήματος υγείας για καλύτερα αποτελέσματα), είναι καλά οριοθετημένα. Πράγματι, τα μέσα είναι στη διάθεσή μας. Τώρα είναι ζήτημα θέλησης και δράσης, και δεν υπάρχει επιχείρηση πιο ευγενής ή αμοιβή πιο πολύτιμη από το να σώσεις τη ζωή ενός παιδιού.

 
     
     
 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

- Σχετικό Δελτίο Τύπου

- Κατεβάστε την έκθεση σε αρχείο pdf 164σελ. 4,33Mb (Αγγλικά)

- Την προηγούμενη έκθεση της UNICEF:
"Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ 2007"

- Την επόμενη έκθεση της UNICEF:
"Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ 2009"

 
 
Για περισσότερα στοιχεία μπορείτε να επικοινωνήσετε
με τα Γραφεία της UNICEF στην Αθήνα στο τηλέφωνο: 210-72 55 555
 
     
Επιστροφή στην αρχή της σελίδας

 

Για οποιαδήποτε παρατήρηση σχετικά με τις ιστοσελίδες μας, παρακαλούμε απευθύνεστε στον webmaster

κατασκευη ιστοσελιδων
κατασκευη ιστοσελιδων